ἀτιμία

ἀτιμία
ᾰτῑμία
1 derision

διάπειρα ἅπερ Κλυμένοιο παῖδα Λαμνιάδων γυναικῶν ἔλυσεν ἐξ ἀτιμίας O. 4.20


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτιμία — ἀτῑμίᾱ , ἀτιμία dishonour fem nom/voc/acc dual ἀτῑμίᾱ , ἀτιμία dishonour fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀτῑμί̱ᾱ , ἀτιμία dishonour fem nom/voc/acc dual ἀτῑμί̱ᾱ , ἀτιμία dishonour fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατιμία — Ανήθικη πράξη· κακοήθεια· αισχύνη. Στην αρχαία Αθήνα, α. ονομαζόταν η πράξη που επέφερε τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ενός πολίτη. Η στέρηση αυτή μπορούσε να είναι ολική ή μερική και ήταν η αυστηρότερη ποινή μετά τον θάνατο και την εξορία …   Dictionary of Greek

  • ἀτιμίᾳ — ἀτῑμίαι , ἀτιμία dishonour fem nom/voc pl ἀτῑμίᾱͅ , ἀτιμία dishonour fem dat sg (attic doric aeolic) ἀτῑμί̱ᾱͅ , ἀτιμία dishonour fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατιμία — η 1. έλλειψη ή αποστέρηση της τιμής, καταισχύνη: Έχει πια συνηθίσει να ζει στην ατιμία. 2. ανεντιμότητα, κακοήθεια, άτιμη πράξη: Στην ξενιτιά, όπου έζησε πολλά χρόνια, είχε κάνει κάθε είδους ατιμία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • АТИМИЯ —    • Άτιμία, ατιμος,          (противоположно έπιτιμία, επίτιμος). Идея христианства о равноправности всех людей в достижении обещанных им благ породила понятие об абсолютном достоинстве личности и нравственном праве на уважение каждого… …   Реальный словарь классических древностей

  • Атимия — (греч. ἀτιμία, «бесславие, презрение»)  одно из тяжелейших наказаний в гражданском праве Древних Афин, влекших за собой лишение прав гражданского состояния и публичное бесчестие и презрение провинившегося. Человек, подвергшийся атимии, не… …   Википедия

  • αίσχος — το (Α αἶσχος) 1. αισχύνη, ντροπή 2. ατιμία, κακοήθεια 3. στον πληθ. τα αίσχη άσχημες, επαίσχυντες πράξεις νεοελλ. 1. άσχημος, κακός (με επιθετική προσδιοριστική λειτουργία), π.χ. «αυτός ο πίνακας είναι αίσχος» 2. «αίσχος» (επιφών. αποδοκιμασίας)… …   Dictionary of Greek

  • ἀτιμίας — ἀτῑμίᾱς , ἀτιμία dishonour fem acc pl ἀτῑμίᾱς , ἀτιμία dishonour fem gen sg (attic doric aeolic) ἀτῑμί̱ᾱς , ἀτιμία dishonour fem acc pl ἀτῑμί̱ᾱς , ἀτιμία dishonour fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτιμίαι — ἀτῑμίαι , ἀτιμία dishonour fem nom/voc pl ἀτῑμίᾱͅ , ἀτιμία dishonour fem dat sg (attic doric aeolic) ἀτῑμί̱ᾱͅ , ἀτιμία dishonour fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Heliaia — oder Heliaea (griechisch ἠλιαία[1]) war das oberste Gericht des antiken Athens. Der Name des Gerichts leitet sich aus dem griechischen Verb ἡλιάζεσθαι, sich versammeln ab, nach einer anderen Version kommt der Name daher, dass das Gericht im… …   Deutsch Wikipedia

  • κηλίδα — Στίγμα, λεκές· μεταφορικά η λέξη σημαίνει την ατιμία ή το ηθικό στίγμα. (Αστρον.) Διάφορες περιοχές του Ήλιου, των πλανητών και των δορυφόρων, που είναι λιγότερο ανακλαστικές στο φως (ή, στην περίπτωση του Ήλιου, έχουν χαμηλότερη θερμοκρασία) και …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”